Ένα επτάχρονο κορίτσι κατάλαβε ότι ένας άγνωστος άντρας με μαύρα ρούχα την παρακολουθούσε· αλλά αντί να πάει σπίτι, έκανε κάτι απροσδόκητο 😱😱
Το κορίτσι γύριζε σπίτι μετά το σχολείο. Στα χέρια της κρατούσε την τσάντα της με τα τετράδια να προεξέχουν στραβά, ενώ στον ώμο της κρεμόταν ένα κασκόλ που συνεχώς γλιστρούσε. Η αυλή ήταν ήσυχη και άδεια. Μόνο κοντά στην είσοδο στεκόταν κάποιος.
Ήταν ένας ψηλός άντρας με μακρύ μαύρο παλτό. Το πρόσωπό του ήταν μισοκρυμμένο από το κασκόλ και τον σηκωμένο γιακά, αλλά ακόμα κι έτσι φαινόταν τρομακτικός. Έμοιαζε να περιμένει κάποιον. Κατά διαστήματα κοιτούσε γύρω του κι ύστερα ξανάκαρφωνε το βλέμμα του στο σπίτι.
Το κορίτσι ανησύχησε. Στο μυαλό της αντήχησαν τα λόγια του πατέρα της.
Ο άντρας την πρόσεξε. Το βλέμμα του έγινε βαρύ, καχύποπτο. Έκανε μερικά βήματα μπροστά, σαν να έλεγχε αν υπήρχαν μάρτυρες. Ο δρόμος ήταν άδειος: ούτε περαστικοί, ούτε αυτοκίνητα. Η καρδιά του κοριτσιού άρχισε να χτυπά δυνατά και οι παλάμες της ίδρωσαν. Ο άντρας επιτάχυνε το βήμα του.
Εκείνη γύρισε πίσω — και τον είδε ήδη πολύ κοντά. Τα μάτια της έψαχναν πανικόβλητα στη σκάλα. Και ξαφνικά έκανε κάτι που σόκαρε ακόμα και τον άντρα με τα μαύρα 😨😨. Χάρη σε αυτό έμεινε ζωντανή και σώα. Η συνέχεια στο πρώτο σχόλιο 👇👇
Της ήρθε στο μυαλό: «Φως! Θόρυβος!»
Άναψε απότομα όλα τα φώτα στον όροφο, φωτίζοντας τη σκοτεινή είσοδο, και άρχισε να χτυπάει με δύναμη την πλησιέστερη πόρτα με τις γροθιές της.
— Βοήθεια! Βοήθεια! — η φωνή της έτρεμε από τον πανικό.
Η ηχώ απλώθηκε σε όλη την πολυκατοικία. Ο άντρας με τα μαύρα πάγωσε για μια στιγμή, σαν να μην περίμενε ότι το παιδί θα αντιδρούσε τόσο αποφασιστικά.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και στο κατώφλι εμφανίστηκε ένας γεροδεμένος άντρας με οικιακά ρούχα. Πίσω του φάνηκε μια γυναίκα.
— Τι συμβαίνει εδώ; — ρώτησε αυστηρά, ρίχνοντας μια ματιά στο κορίτσι κι έπειτα στον άγνωστο.
Ο άντρας με τα μαύρα τραβήχτηκε πίσω, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Γύρισε απότομα και σχεδόν τρέχοντας έφυγε από την είσοδο, χάθηκε στο σκοτάδι της αυλής.
Το κορίτσι ακόμη έτρεμε, σφιχταγκαλιάζοντας τη σχολική τσάντα, αλλά μέσα της ένιωθε περήφανη. Θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της και έκανε ακριβώς αυτό που έπρεπε. Κι αυτό της έσωσε τη ζωή.


